ἑβδόματος

ἑβδόμ-ᾰτος, ον,
A = ἕβδομος, seventh, Il.7.248, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑβδόματος — seventh masc nom sg ἑβδόματος seventh masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εβδόματος — ἑβδόματος, ον (Α) έβδομος …   Dictionary of Greek

  • ἑβδόματον — ἑβδόματος seventh masc acc sg ἑβδόματος seventh neut nom/voc/acc sg ἑβδόματος seventh masc/fem acc sg ἑβδόματος seventh neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομάτοιο — ἑβδόματος seventh masc/neut gen sg (epic) ἑβδόματος seventh masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομάτοις — ἑβδόματος seventh masc/neut dat pl ἑβδόματος seventh masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομάτου — ἑβδόματος seventh masc/neut gen sg ἑβδόματος seventh masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομάτῳ — ἑβδόματος seventh masc/neut dat sg ἑβδόματος seventh masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομάτη — ἑβδόματος seventh fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομάτην — ἑβδόματος seventh fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομάτης — ἑβδόματος seventh fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομάτῃ — ἑβδόματος seventh fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.